ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

  • Print

Όμιλος Νομικού Προβληματισμού ΈΡΕΙΣΜΑ ΔΡΑΣΗΣ

 

Παρατηρήσεις για τις διατάξεις του Σχεδίου Νόμου

«για τη δίκαιη δίκη και την αντιμετώπιση φαινομένων αρνησιδικίας»

ως προς τις Πολιτικές και Διοικητικές Υποθέσεις

 

Εισαγωγικά

 

Οι αργοί ρυθμοί απονομής της δικαιοσύνης έχουν καταστήσει αναγκαία την εξεύρεση λύσεων, με σημαντικές τομές και μεταρρυθμίσεις στο δικαιϊκό μας σύστημα. Το κρίσιμο σχέδιο νόμου φέρει τον τίτλο «για τη δίκαιη δίκη και την αντιμετώπιση φαινομένων αρνησιδικίας» και παρά το γεγονός ότι περιέχει ορισμένα θετικά σημεία προς την κατεύθυνση αυτή, εντούτοις κινείται, κατά το μεγαλύτερο μέρος του σε λανθασμένη κατεύθυνση, δεδομένου ότι αντί να επικεντρωθεί στην επίλυση των πραγματικών προβλημάτων της δικαιοδοτικής διαδικασίας, που συνίστανται κυρίως στην έλλειψη προσωπικού και υλικοτεχνικών υποδομών,  οδηγείται στη σταδιακή αποδόμηση βασικών θεσμικών κατακτήσεων του δικαιϊκού μας συστήματος, στο πλαίσιο μιας κακώς νοούμενης «επιτάχυνσης» της διαδικασίας. Η οποιαδήποτε όμως προσπάθεια για επίσπευση και συντόμευση των σχετικών διαδικασιών δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να λειτουργήσει σε βάρος της ποιότητας της απονεμόμενης δικαιοσύνης, αλλά ούτε και να καταστήσει δυσχερέστερη την πρόσβαση των πολιτών σ’ αυτή, περιορίζοντας υπέρμετρα ένα από τα θεμελιωδέστερα δικαιώματά τους, το κατοχυρωμένο τόσο στο Σύνταγμα (άρθρο 20) όσο και στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6) δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και της ακώλυτης πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη.

Θεωρούμε, συνεπώς, αναγκαίο και επιβεβλημένο να εκφράσουμε την αντίθεσή μας σε κάθε περιορισμό της πρόσβασης των πολιτών στα δικαιοδοτικά όργανα (καθορισμός υψηλών παραβόλων για την άσκηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, καθιέρωση τόκων επιδικίας κ.α.), ο οποίος θίγει υπέρμετρα το προαναφερόμενο δικαίωμα, αλλά και σε οποιαδήποτε πρόταση οδηγεί έστω και έμμεσα σε υποβάθμιση της ποιότητας της απονομής δικαιοσύνης, καθιστώντας σαφές ότι το ζητούμενο δεν είναι η με κάθε κόστος ταχύτερη διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων, αλλά η αποτελεσματικότερη δικαστική προστασία και ο εξορθολογισμός του υπάρχοντος δικαιοδοτικού συστήματος. Γιατί ποια θα είναι εν τέλει η σημασία μιας μελλοντικής ταχύτερης απονομής δικαιοσύνης, αν αυτή έχει απωλέσει την ουσία και τα βασικά χαρακτηριστικά της;

Στο πνεύμα αυτό ακολουθούν ορισμένες παρατηρήσεις του Ομίλου Νομικού Προβληματισμού «ΈΡΕΙΣΜΑ ΔΡΑΣΗΣ» και της συνδικαλιστικής του έκφρασης στον χώρο των Δικηγόρων, του συνδυασμού «ACTUS», επί του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου. 

 

Τροποποιήσεις διατάξεων για τις Πολιτικές Υποθέσεις

 

-                      1438 ΑΚ και 1441 ΑΚ – Διαζύγιο:  

Τα διαζύγια κατ’ αντιδικία θα εκδίδονται από τα Μονομελή Πρωτοδικεία, ενώ τα συναινετικά χωρίς δικαστική απόφαση, αλλά με κοινή έγγραφη συμφωνία των συζύγων, που θα παρίστανται μετά ή δια πληρεξουσίου Δικηγόρου. Το συμφωνητικό (μαζί με τα υπόλοιπα δικαιολογητικά) θα υποβάλλεται για θεώρηση στον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Είναι σαφές επίσης ότι παύει να υφίσταται η δεύτερη συζήτηση.

Με τον τρόπο αυτό η λύση του γάμου δεν θα αποτελεί πλέον ουσιαστικό αντικείμενο δικαστικής κρίσης, αλλά μετατρέπεται σε μια καθαρά γραφειοκρατική τυπική διαδικασία. 

 

-                      9 εδ. Β’ ΚΠολΔ – Υπολογισμός αντικειμένου δίκης:

Σύμφωνα με τη νέα διάταξη το αντικείμενο της δίκης ΔΕΝ υπολογίζεται και με βάση τις αξιώσεις για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον σωρεύονται με άλλες αξιώσεις.

Είναι προφανές ότι θα ανακύψουν τεράστια προβλήματα σε Ειρηνοδικεία που θα κληθούν να εκδικάσουν αγωγές από θανατηφόρα τροχαία δυστυχήματα, οπότε προκύπτουν τεράστιες αξιώσεις για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ενώ το κύριο αίτημα για υλικές ζημίες ενδεχομένως να είναι πολύ μικρό.

 

-                      214 Β’ ΚΠολΔ – Προαιρετική καθιέρωση διαδικασίας Δικαστικής Μεσολάβησης:

Σε διαφορές ιδιωτικού δικαίου, είτε πριν την άσκηση της αγωγής, είτε κατά την εκκρεμοδικία, τα μέρη (ή καθ’ υπόδειξη του Δικαστή) θα μπορούν να ακολουθήσουν τη διαδικασία της Δικαστικής Μεσολάβησης, ενώπιον μεσολαβητή Δικαστή.

 

-                      241 παρ. 1 ΚΠολΔ – Αναβολές  λόγω αποχής ή απεργίας δικαστικών υπαλλήλων:

Στις περιπτώσεις αυτές η νέα δικάσιμος θα προσδιορίζεται οπωσδήποτε εντός 90 ημερών.

Πρόκειται για μια θετική διάταξη, η οποία κατοχυρώνει πλέον και νομοθετικά την αποχή των Δικηγόρων ως λόγο αναβολής.

 

-                      495 ΚΠολΔ – Παράβολο ενδίκων μέσων:

Καθιερώνεται παράβολο για την άσκηση ενδίκων μέσων: Διακόσια (200) ευρώ για την άσκηση έφεσης, τριακόσια (300) ευρώ  για την άσκηση αίτησης αναίρεσης και τετρακόσια (400) ευρώ για την άσκηση αναψηλάφησης.

Είναι προφανές ότι με τον τρόπο αυτό αυξάνεται κατακόρυφα το κόστος για την άσκηση ενδίκων μέσων και πλήττεται το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται στο άρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α και στο άρ. 20 του Συντάγματος.

 

-                      591 παρ. 1 εδ. Β’ – Προκατάθεση προτάσεων:

Καθιερώνεται η προκατάθεση των προτάσεων (προ 3 εργασίμων ημερών) στις Ειδικές Διαδικασίες.

 

-                      632 ΚΠολΔ – Άσκηση ανακοπής:

Η άσκηση ανακοπής (κατά διαταγής πληρωμής και στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτέλεσης) θα αναστέλλει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου εκτελεστού τίτλου. Η δικάσιμος για την εκδίκασή της θα πρέπει να ορίζεται εντός 60 ημερών. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής μετά από β’ επίδοση.

          Η αυτοδίκαιη αναστολή της εκτελεστότητας του τίτλου μπορεί να οδηγήσει σε καταστρατήγηση του νόμου και σε περαιτέρω καθυστέρηση της ήδη βραδείας εκτελεστικής διαδικασίας.

Η ανωτέρω ρύθμιση δίνει τη δυνατότητα στο δύστροπο καθ’ ου να ασκεί ανακοπή προβάλλοντας προσχηματικές αντιρρήσεις κατά της διαταγής πληρωμής μόνο και μόνο για να επωφεληθεί από την αυτοδίκαιη αναστολή της εκτελεστότητας του τίτλου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παρέχεται ικανός χρόνος στον ανακόπτοντα – καθ’ ου να «εξαφανίσει» την κινητή του περιουσία. Από την άλλη κινδυνεύει ο δανειστής να αναγκάστει να εμπλακεί σε αγώνα καταδολίευσης δανειστών, καθυστερώντας ακόμη περισσότερο την ήδη καθυστερημένη ικανοποίηση της αξίωσής του.

Συνεπέστερη με το σκοπό της αναγκαστικής εκτέλεσης, που είναι η ικανοποίηση της αξίωσης του δανειστή και η εξισσορόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων, είναι η χορήγηση της αναστολής ανάλογα με την πιθανότητα ευδοκίμησης της ανακοπής.

Εν πάση περιπτώσει η αυτοδίκαιη χορήγηση της αναστολής θα έπρεπε να συνοδεύονταν με αυτοδίκαιη χορήγηση εγγύησης από τον ανακόπτοντα υπέρ του επισπεύδοντος και όχι να δύναται αυτή να χορηγηθεί στο μεταγενέστερο στάδιο της συζήτησης της ανακοπής. Η ανωτέρω ρύθμιση μετατρέπει τη διαδικασία διαταγής πληρωμής από μία ταχεία διαδικασία σε μία εξαιρετικά βραδεία.          Η αναστολή της εκτελεστότητας του τίτλου δεν πρέπει να χορηγείται apriori, αλλά θα πρέπει να εξαρτάται από τη βασιμότητα των λόγων ανακοπής.

 

-                      643 παρ. 1 ΚΠολΔ – Έκδοση αποφάσεων στις Ειδικές Διαδικασίες:

Στις Ειδικές Διαδικασίες η απόφαση θα εκδίδεται είτε αυθημερόν είτε εντός 48 ωρών από τη συζήτηση, ή σε ειδικές περιπτώσεις εντός 20 ημερών με συνοπτική αιτιολογία, που να εξηγεί τους λόγους της καθυστέρησης.

Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 643 παρ. 1 ΚΠολΔ και στις εργατικές διαφορές κρίνεται σκόπιμη. Πράγματι, στις εργατικές διαφορές απαιτείται ταχεία εκκαθάριση των αμφισβητήσεων που ανακύπτουν, καθώς πρόκειται για θέματα ζωτικής σημασίας και βιοπορισμού, στα οποία δεν χωρεί αναβολή (π.χ. μισθός, απόλυση, επιδόματα, σύνταξη, άδεια, διαφορές από σ.σ.ε. κλπ).

Η ανωτέρω, συνεπώς, διάταξη ικανοποιεί πλήρως το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, έκφανση του οποίου αποτελεί η έγκαιρη απονομή δικαιοσύνης (άρθρο 20 Σ, άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ).

 

-                      683 παρ. 2 – Προσημειώσεις Υποθήκης:

Οι αιτήσεις για εγγραφή και εξάλειψη προσημείωσης θα εκδικάζονται από το καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο. Συνεπώς για ποσά αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, αρμόδιο θα είναι το τελευταίο.

Ένας μεγάλος όγκος προσημειώσεων και εξαλείψεων υποθήκης θα περάσει στα Ειρηνοδικεία, ειδικά τα τελευταία έτη που είναι συνήθης η πρακτική των Τραπεζών να εγγράφουν προσημειώσεις σε ακίνητα για οφειλές από καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες.

 

-                      691 παρ. 5 ΚΠολΔ – Έκδοση αποφάσεων στα Ασφαλιστικά Μέτρα:

          Στη Διαδικασία των Ασφαλιστικών Μέτρων η απόφαση θα εκδίδεται είτε αυθημερόν είτε εντός 48 ωρών από τη συζήτηση, ή σε ειδικές περιπτώσεις εντός 20 ημερών με συνοπτική αιτιολογία, που να εξηγεί τους λόγους της καθυστέρησης.

Αντιστάθμισμα στη βραδύτητα της πολιτικής δίκης αποτελεί η προσωρινή δικαστική προστασία που παρέχεται μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Σκοπός των ασφαλιστικών μέτρων είναι η αποτροπή του πιθανολογούμενου κινδύνου πού απειλεί το ασφαλιστέο δικαίωμα, εξαιτίας της καθυστέρησης στη δεσμευτική διάγνωση του από την κύρια δίκη, ή αντίστοιχα για την προσωρινή ρύθμισή του, ανάλογα με το χαρακτήρα της επείγουσας περίπτωσης που συντρέχει.

          Προκειμένου, λοιπόν, να ικανοποιηθεί ο ανωτέρω σκοπός των ασφαλιστικών πρέπει η απόφαση να εκδίδεται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η νέα διάταξη, λοιπόν, της παραγράφου 5 του άρθρου 691 ΚΠολΔ ικανοποιεί την ανωτέρω επιταγή.

 

-                      740 ΚΠολΔ – Μεταφορά δικαστηριακής ύλης στα Ειρηνοδικεία:

Τα Ειρηνοδικεία θα είναι πλέον καθ΄ ύλην αρμόδια για όλες τις υποθέσεις Εκουσίας Δικαιοδοσίας (εκτός από την πτωχευτική διαδικασία και τις υποθέσεις κτηματολογίου).

Ανακύπτει εύλογη αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα των Ειρηνοδικείων (ανθρώπινο δυναμικό και υλικοτεχνική υποδομή) να ανταποκριθούν στον τεράστιο όγκο υποθέσεων που θα σωρευτούν σε αυτά.

 

-          933 ΚΠολΔ – Καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου της ανακοπής:

          Με τη νέα μορφή της διάταξης του άρθρου 933 ΚΠολΔ αποσαφηνίζεται ο προσδιορισμός της καθ’ ύλην αρμοδιότητας για την άσκηση της ανακοπής, ο οποίος βασίζεται στο είδος του εκτελεστού τίτλου που στηρίζει την εκτελεστική διαδικασία.         Πιο συγκεκριμένα, η νέα μορφή της διάταξης απαλείφει την φράση «αν ο εκτελεστός τίτλος είναι απόφαση του Ειρηνοδικείου» και αντικαθιστά αυτήν με την φράση «αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το Ειρηνοδικείο». Επιλύει, έτσι, το ερμηνευτικό πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί περί του καθορισμού της καθ’ ύλην αρμοδιότητας στην περίπτωση που ο εκτελεστός τίτλος δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά έχει εκδοθεί από το Ειρηνοδικείο (π.χ. διαταγή πληρωμής εκδοθείσα από το Ειρηνοδικείο).

          Η θέση της νομολογίας στην ανωτέρω προβληματική ήταν η υπαγωγή της ανακοπής, που στρέφεται κατά διαταγής πληρωμής εκδοθείσας από το Ειρηνοδικείο ή πρακτικών συμβιβασμού, τα οποία συνήφθησαν στο Ειρηνοδικείο, στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως ιεραρχικά ανώτερου δικαστηρίου.

          Ωστόσο, το ανωτέρω επιχείρημα δεν είναι αναντίρρητο καθώς η απόφαση επί της ανακοπής ελέγχεται με την άσκηση ενδίκων μέσων, ήτοι της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρο 937 ΚΠολΔ), από ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο. Επομένως, η εκ προοιμίου εισαγωγή της ανακοπής, η οποία συνιστά ένδικο βοήθημα, σε ανώτερο ιεραρχικά δικαστήριο, προσίδοντάς της ένα εξ’ υπαρχής χαρακτήρα ενδίκου μέσου, δεν φαίνεται σκόπιμη.      

          Άλλωστε, η ανωτέρω νομοθετική παρέμβαση είναι σκόπιμη, καθώς συμβάλλει στην αποσυμφόρηση του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

 

-          935 ΚΠολΔ – Απαγόρευση προβολής λόγων ανακοπής:

          Η νέα διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ αποσαφηνίζει το ερμηνευτικό πρόβλημα που έχει ανακύψει σχετικά με την απαγόρευση προβολής γεννημένων λόγων ανακοπής σε μεταγενέστερη δίκη. Αναλυτικότερα, η κρατούσα ερμηνευτική δέχεται ότι το σύστημα συγκεντρώσεως λειτουργεί μόνο όταν πρόκειται για μεταγενέστερη δίκη, στην οποία προσβάλλεται η ίδια πράξη εκτέλεσης. Αντίθετα, δεν ισχύει το απαράδεκτο, όταν προσβάλλεται μεταγενέστερη πράξη εκτέλεσης.

          Η νέα μορφή του άρθρου 935 ΚΠολΔ επεκτείνει το απαράδεκτο και στη δίκη που προσβάλλεται άλλη πράξη εκτέλεσης. Πράγματι, η ερμηνεία αυτή της διάταξης ανταποκρίνεται πληρέστερα στο δικαιοπολιτικό στόχο της διάταξης του άρθρου 935 ΚΠολΔ, που είναι η ταχεία εκκαθάριση των διαφορών της εκτελεστικής διαδικασίας. Στην αντίθετη περίπτωση, ο καθ’ ου καταστρατηγόντας την ανωτέρω διάταξη, μπορεί να καθυστερήσει την εκτελεστική διαδικασία, προβάλλοντας σε κάθε στάδιο λόγους, οι οποίοι ήταν γεννημένοι ήδη από την επίδοση της επιταγής!

 

-          941 ΚΠολΔ – Αναλογική εφαρμογή του άρ. 943 § 5 και στην εκτέλεση κατά κινητών (απαγόρευση εκτέλεσης σε περιόδους εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και εν μέσω Εκλογών):

          Η αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 943 παρ. 5 ΚΠολΔ και στην αναγκαστική εκτέλεση για απόδοση κινητών, καθιστά την τελευταία ιδιαίτερα δυσχερή. Καθόσον στα κινητά δεν τηρείται κάποιο σύστημα δημοσιότητας, η απαγόρευση διεξαγωγής της εκτέλεσης παρέχει ικανό χρόνο στον καθ’ ου να «εξαφανίσει» το κινητό μέσω εκποίησης, ειδοποιίας, δωρεάς κλπ, υποχρεώνοντας τον δανειστή να ασκήσει αγωγή διάρρηξη. Έτσι, εμπλέκεται ο δανειστής σε νέο δικαστικό αγώνα, καθυστερώντας κι άλλο την ικανοποίηση της αξίωσης του.

          Άλλωστε ο δικαιολογητικός λόγος απαγόρευσης εκτέλεσης για απόδοση ακινήτου κατά τις ημερομηνίες που προβλέπει η παράγραφος 5 του άρθρου 943 ΚΠολΔ είναι η θέληση του νομοθέτη να μην καταστεί η διαδικασία της εκτέλεσης σε πεδίο καταδυνάστευσης του οφειλέτη, ο οποίος σε ημέρες σημαντικές για την θρησκευτική και πολιτική ζωή της χώρας θα βρεθεί χωρίς σπίτι ή χωρίς επαγγελματική στέγη. Η απόδοση, όμως, ενός κινητού που παρακρατεί ο καθ’ ου δεν επιτελεί τον ίδιο σκοπό με την απόδοση του ακινήτου στο οποίο ζει.

          Συνεπώς, η περίπτωση απόδοσης κινητού δεν πρέπει να τυγχάνει ανάλογης μεταχείρισης με αυτής της απόδοσης ακινήτου. 

 

          Τροποποιήσεις διατάξεων για τις Διοικητικές Υποθέσεις

 

-          6 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας:

Εδ. β: Η διάκριση της αρμοδιότητας του μονομελούς και τριμελούς εφετείου με σύγχρονη δικανική κρίση σε α’ και β βαθμό θέτει σε κίνδυνο την διασφάλιση απονομής διοικητικής δικαιοσύνης διότι αναθέτει εξ ολοκλήρου σε μονομελή δικαστικά όργανα τον έλεγχο κρατικών ενεργειών για ποσά που –ενόψει ιδιαίτερα των σύγχρονων οικονομικών συνθηκών- κρίνονται ιδιαιτέρως σοβαρά, κρίσιμα και αποφασιστικά για την επιβίωση των υπόχρεων. Η αύξηση της υλικής αρμοδιότητας των μονομελών οργάνων θα έπρεπε να συνοδεύεται από τη θέσπιση δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, προκειμένου να διασφαλίζεται η απονομή διοικητικής δικαιοσύνης και να μην οδηγηθούμε σε ακυρωτική συμφόρηση.

Είναι οξύμωρο διαφορές μέχρι € 150.000 να κρίνονται και σε 2ο βαθμό από δικαστικά όργανα ίδιας βαθμίδας και διαφορές ιδιαίτερα υψηλού οικονομικού αντικειμένου να μην κρίνονται σε 2ο βαθμό.

Επίσης στην απλούστευση και ενοποίηση της διοικητικής δίκης, τείνει σε σχέση με την προγενέστερη ρύθμιση μόνο η άνοδος της υλικής αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου στο ποσό των € 100.000.

 

-          45-46 ΚΔΔ:

Η υποχρέωση σύνταξης συνοπτικής έκθεσης ως διαδικαστική πράξη δεν εξυπηρετεί κάποια δικαιοπολιτική ανάγκη, αλλά στοχεύει μάλλον στην διευκόλυνση των δικαστών. Η καθυστέρηση ορισμού δικασίμου λόγω της μη προσθήκης είναι πιθανότατο να επιφέρει απώλεια προθεσμίας, κύρωση που θα ήταν αντισυνταγματική ως αντικείμενη στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας.

Με άλλα λόγια πρόκειται για επιβολή πρόσθετης διαδικαστικής πράξης που δυσχεραίνει την άσκηση του άνω δικαιώματος και είναι δυσανάλογη σε σχέση με το προστατευόμενο έννομο αγαθό του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

 

-          46 ΚΔΔ και 19 και 21 Π.Δ. 18/1989.

Προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής του ενδίκου μέσου ή βοηθήματος σε ηλεκτρονική μορφή. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχει τεθεί στο έγγραφο ηλεκτρονική υπογραφή, σύμφωνα με το άρ. 3 § 1 Π.Δ. 150/2001.

Ομοίως και οι επιδόσεις προς τους διαδίκους μπορούν να γίνονται με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον και τα έγγραφα αυτά φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή.

Πρόκειται για θετικές ρυθμίσεις που θα συντομεύσουν τις χρονοβόρες σήμερα διαδικασίες κατάθεσης και επίδοσης των δικογράφων, ενώ θα αποσυμφορήσουν και το χώρο των γραμματειών των δικαστηρίων.

 

-          43 παρ. 3 Π.Δ. 18/1989.

Καθιερώνεται στην ακυρωτική δίκη τεκμήριο ομολογίας της Διοίκησης ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς του αιτούντος σε περίπτωση που, ενώ έχει αναβληθεί μια φορά η υπόθεση λόγω μη αποστολής φακέλου, δεν αποστείλει φάκελο με τις απόψεις της.

Πρόκειται για μια πολύ θετική διάταξη προς το συμφέρον των διοικούμενων, οι οποίοι πολλές φορές ταλαιπωρούνταν από αλλεπάλληλες αναβολές λόγω της κωλυσιεργίας των αρμοδίων υπαλλήλων του Δημοσίου να συγκεντρώσουν και να αποστείλουν στο Δικαστήριο το φάκελο με τα ουσιώδη έγγραφα και τις απόψεις τους.

 

-          Επί του άρ. 68 του Νομοσχεδίου

Γενική Παρατήρηση:

Μέσω των προτεινόμενων ρυθμίσεων του άρθρου 68 του νομοσχεδίου που τέθηκε στη δημόσια διαβούλευση στις 14.12.2011, ανατρέπονται χωρίς να έχει προηγηθεί καμία συνολική μελέτη το σύστημα ενδικοφανών προσφυγών που ισχύει στην ελληνική έννομη τάξη επί πολλές δεκαετίες.

Η καθιέρωση Διοικητικής Επιτροπής Επίλυσης, αποτελούμενης από επιμέρους κλιμάκια για την εκδίκαση όλων των ενδικοφανών προσφυγών που ασκούνται, παραγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης, αναθέτοντας την επίλυση της διοικητικής αμφισβήτησης σε επιτροπές ξένες προς το έργο αυτό.

Η επιχειρούμενη «δικαστικοποίηση» γίνεται ακόμη περισσότερο αντιληπτή αν προσέξει κανείς τις επόμενες ρυθμίσεις του ιδίου άρθρου όπως ότι:

«η Επιτροπή υποχρεούται να επιλύσει τη διαφορά που άγεται ενώπιόν της, μη δικαιούμενη να αναπέμψει την υπόθεση στη διοίκηση»,

«Η εκδίκαση της κατά τα ανωτέρω ενδικοφανούς προσφυγής γίνεται από τις Επιτροπές σε πρώτο και τελευταίο βαθμό»,

«είναι απαράδεκτη η άσκηση οποιασδήποτε διοικητικής προσφυγής κατά των υποκειμένων σε ενδικοφανή προσφυγή πράξεων»

«Το επιλαμβανόμενο του ενδίκου βοηθήματος δικαστήριο αποφαίνεται ανεκκλήτως»,

«Σε περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση δεν έχει τηρήσει την κατά το εδ. β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας υποχρέωση ενημερώσεως, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκηθεί το προβλεπόμενο εκάστοτε ένδικο βοήθημα έχει την ευχέρεια να αναβάλει την εκδίκαση της υποθέσεως και να την αναπέμψει στην αρμόδια Επιτροπή».

          Από τις παραπάνω ρυθμίσεις επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα περί προσπάθειας «δικαστικοποίησης» της ενδικοφανούς προσφυγής, θέτοντας υπό αμφιβολία την αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου διοικητικού οργάνου να επανέλθει επί της πράξης του σε μεταγενέστερο χρόνο με βάση τις γενικές αρχές περί ανάκλησης των διοικητικών πράξεων.

          Από τη ρύθμιση εξάλλου ότι το ένδικο βοήθημα που ασκείται κατά της απόφασης επί ενδικοφανούς προσφυγής «αποφαίνεται ανεκκλήτως», συνάγεται ότι με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιδιώκεται η αντικατάσταση ενός βαθμού δικαστικής κρίσης μέσω της υιοθέτησης μίας γενικής ενδικοφανούς προσφυγής για κάθε αναφυόμενη αμφισβήτηση που προκαλείται από πράξεις της Διοίκησης.

          Οι αιφνίδιες και χωρίς προγραμματισμό αλλαγές αναμφίβολα επιδιώκουν να αποσυμφορήσουν τα δικαστήρια, αλλά από την άλλη πλευρά είναι βέβαιο ότι αφενός θα στερήσουν έναν βαθμό δικαστικής κρίσης από τον διοικούμενο και αφετέρου θα περιχαρακώσουν την αρμοδιότητα της δρώσας Διοίκησης για αυτεπάγγελτο επανέλεγχο των πράξεων της. Ο ίδιος άλλωστε σκοπός της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων δεν αποκλείεται να εξυπηρετηθεί ακόμη καλύτερα αν ενισχυθούν και «διορθωθούν» (αντί να ανατραπούν) οι ήδη υπάρχουσες ενδικοφανείς διαδικασίες, πολλές εκ των οποίων είναι ήδη αρκετά αποτελεσματικές (αντίστοιχη προσπάθεια γίνεται και στη Γαλλία.(βλ. μελέτη Conseil d’ Etat, Paris, 2008, Les recours administratifs prealables obligatoires)

 

Προβληματισμοί-Προτάσεις:

          1. Ο συνταξιούχος ή εν ενεργεία δικαστικός που ορίζεται ως μέλος της Επιτροπής μπορεί να ανταπεξέλθει σε καθήκοντα Διοίκησης ; Ήδη τα κενά στη δικαιοσύνη είναι πολλά, θα τους αναθέσουμε και διοικητικά καθήκοντα; Εξάλλου τίθεται ζήτημα και συνταγματικότητας της συμμετοχής τους με βάση το 89 του Συντάγματος καθόσον δυνατή είναι η ανάθεση σε αυτούς μόνο δικαιοδοτικών ή ελεγκτικών καθηκόντων. Αν δεχθούμε ότι η κρίση επί της ενδικοφανούς προσφυγής αποτελεί δικαιοδοτικό καθήκον, τότε παραγνωρίζουμε τη λειτουργία της ενδικοφανούς προσφυγής ως μέσου οριστικοποίησης της άποψης της διοίκησης μετατρέποντας την αποκλειστικά σε μέσο επίλυσης αμφισβητήσεων.

          Σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε τουλάχιστον  να προβλεφθεί να προέρχεται ο συμμετέχων δικαστικός λειτουργός από τη διοικητική δικαιοσύνη.

          2. Το όργανο που εκδίδει την αμφισβητούμενη πράξη μπορεί να την ανακαλέσει; Με τις νέες ρυθμίσεις δεν πρέπει να καταστρατηγηθεί η δυνατότητα αυτή. Απαιτείται διευκρίνιση.

          3. Η ενδικοφανής διοικητική διαδικασία δεν μπορεί να υποκαταστήσει ένα βαθμό δικαστικής κρίσης. Αποτελεί κυρίως διοικητική διαδικασία οριστικοποίησης μίας διοικητικής πράξης.

          4. Οι πρακτικές δυσκολίες λειτουργίας των Επιτροπών αυτών στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις είναι τεράστιες. Μήπως θα έπρεπε να ενισχυθεί η λειτουργία των ήδη υπαρχουσών Επιτροπών, πολλές εκ των οποίων είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές (βλ. δασικές επιτροπές, ΤΔΕ);

          5. Η ρύθμιση ότι «Οι λόγοι που περιέχονται στο ένδικο βοήθημα που ασκείται κατά των πράξεων της Επιτροπής δεν επιτρέπεται, επί ποινή απαραδέκτου, να είναι διαφορετικοί από τις αιτιάσεις της ενδικοφανούς προσφυγής», στο μέτρο που υιοθετείται αυστηρά για όλες τις διαφορές, θέτει σε διακινδύνευση το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ιδίως όταν προβλέπονται σύντομες ολιγοήμερες προθεσμίες για την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής, με συνέπεια να μην είναι εφικτή η προετοιμασία αποτελεσματικής άμυνας από την πλευρά του διοικουμένου.

          6. Η ρύθμιση ότι: «Οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε διοικητική προσφυγή ασκούμενη από οποιονδήποτε, είτε αυτός είναι άμεσα ενδιαφερόμενος είτε τρίτος» αναιρεί τη δυνατότητα της Επιτροπής να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν προτροπής του διοικουμένου μέσω αίτησης επανεξέτασης πλημμελείς πράξεις της, καθιερώνοντας την έννοια της αμετάκλητης διοικητικής πράξης, η οποία με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις (δασικό δίκαιο, τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου) έχει εγκαταλειφθεί.

 

Τροποποιήσεις διατάξεων για τις Ποινικές Υποθέσεις

 

Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα

 

-          Επί του άρθρου 23 του Νομοσχεδίου:

    Στο άρθρο αυτό που αφορά τις ρυθμίσεις για τη δικαστική απέλαση, ορθά δεν προβλέπεται πλέον η απέλαση ως μέτρο ασφαλείας για καταδίκες τόσο σε ποινή κάθειρξης όσο και φυλάκισης όπως ίσχυε μέχρι τώρα, αλλά πλέον η απέλαση αλλοδαπού μπορεί να διαταχθεί μόνον αν ο αλλοδαπός καταδικασθεί σε κάθειρξη, ενώ παράλληλα τίθενται και πρόσθετοι κοινωνικοί όροι, όπως το ότι η παραμονή του αλλοδαπού στη χώρα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης.

           Στην παρ.2 άρθρου 23 που αντικαθιστά τις παρ.3 και 4 του άρθρου 74 ΠΚ όμως παρέχεται η δυνατότητα του συμβουλίου πλημμελειοδικών του τόπου του δικαστηρίου που επέβαλε την απέλαση, κατόπιν γνώμης της αρμόδιας αστυνομικής αρχής να επιτρέψει την επιστροφή του αλλοδαπού στη χώρα, αφού περάσει μια τριετία από την εκτέλεση της απέλασης. Με τον τρόπο αυτό υπάρχει αντίφαση με το στόχο του νομοσχεδίου που είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας, καθώς επιβαρύνεται υπέρμετρα το συμβούλιο πλημμελειοδικών. Επίσης πρόβλημα όμως τίθεται με τον παρατεταμένο χρόνο κράτησης των αλλοδαπών.

           Ακόμη με την παρ.3 του άρθρου 23 του νομοσχεδίου η παραβίαση της απαγόρευσης επιστροφής στη χώρα εκ μέρους του απελαθέντος αλλοδαπού γίνεται βαρύ πλημμέλημα τιμωρούμενο με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, ενώ ο νομοθέτης στην προσπάθειά του να τιμωρήσει αυστηρότερα την παραπάνω πράξη καταργεί ευεργετικά για τον κατηγορούμενο μέτρα, καθώς προβλέπει τη μη μετατροπή και τη μη αναστολή της επιβληθείσας ποινής.

 

-          Επί του άρθρου 24 του Νομοσχεδίου:

    Με το άρθρο 24 παρ.2 του νομοσχεδίου ενδιαφέρον προκαλεί η υποβάθμιση σε πταίσμα εγκλημάτων που απασχολούν συχνά τα δικαστήρια και έχουν μικρή εγκληματική απαξία όπως η ελαφρά σωματική βλάβη και η απλή δυσφήμηση. Με τον τρόπο αυτό πολλά αδικήματα της κατηγορίας αυτής θα παραγραφούν και θα επιτευχθεί η αποφόρτιση των δικαστηρίων.

           Εντούτοις παραμένει ορθά ως πλημμέλημα η συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία συχνά χρησιμοποιείται ως όπλο εξόντωσης ανθρώπων.

 

-          Επί του άρθρου 25 του Νομοσχεδίου:

     Με το άρθρο 25 ο νομοθέτης προσαρμοζόμενος στις απαιτήσεις της πράξης αναπροσαρμόζει τα ποσά που αποτελούν το όριο το οποίο μετατρέπει συγκεκριμένα εγκλήματα σε κακουργήματα. Εντούτοις τιμωρούνται πλέον με τις ποινές πλημμελήματος αδικήματα που έχουν ως αποτέλεσμα σημαντική οικονομική ζημία του θύματος.

 

 

Τροποποιήσεις Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

 

-          Επί του άρθρου 27 του Νομοσχεδίου:

    Στο άρθρο 27 που τροποποιεί το άρθρο 43 ΚΠΔ καταργείται η υποχρεωτική προκαταρκτική εξέταση για τα πλημμελήματα, η οποία επιβάρυνε σημαντικά τη διαδικασία χωρίς να επιτύχει τα αναμενόμενα πλην ίσως της διεύρυνσης των περιπτώσεως αρχειοθέτησης εγκλήσεων για πλημμελήματα.

 

-          Επί του άρθρου 28 του Νομοσχεδίου:

    Στο άρθρο 28 παρ.1 περ.4 αμφιβολίες εκφράζονται για την χρησιμότητα και τη συμβολή στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, της πρόβλεψης, σύμφωνα με την οποία οι καταθέσεις μαρτύρων υποβάλλονται με τον τύπο της ένορκης βεβαίωσης.

          Επίσης δυσμενή αποτελέσματα μπορεί να έχει και η δυνατότητα του εισαγγελέα πλημμελειοδικών να απορρίπτει την έγκληση με συνοπτική και όχι πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

          Επιπλέον με το άρθρο 28 παρ.4 αντικαθίσταται το άρθρο 48 ΚΠΔ μεταξύ άλλων ως προς το ότι επιμηκύνει την προθεσμία για προσφυγή εκ μέρους του εγκαλούντος κατά της διάταξης που απορρίπτει την έγκληση από 15 ημέρες σε τρεις μήνες, η οποία όμως αρχίζει όχι από την επίδοση αλλά από την έκδοση της διάταξης υποχρεώνοντας τον εγκαλούντα να ευρίσκεται καθημερινά στα δικαστήρια για να πληροφορηθεί τυχόν έκδοση απορριπτικής διάταξης.

          Υπερβολικό θεωρείται και το παράβολο των 300 ευρώ το οποίο υποχρεούται να καταθέσει ο προσφεύγων, γεγονός που μπορεί να αποτρέψει την περαιτέρω προσφυγή στη δικαιοσύνη ακόμη και ατόμων που δεν είναι δικομανείς αλλά διεκδικούν την πιθανή δικαίωσή τους σε υποθέσεις που τους αφορούν και πλήττουν έννομα αγαθά τους.

 

-          Επί του άρθρου 29 του Νομοσχεδίου:

    Στο άρθρο 29 προβλέπεται για πρώτη φορά η δημιουργία Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με πρόθεση να διανέμεται η ύλη σε περισσότερα άτομα, ούτως ώστε να δικάζονται ταχύτερα οι υποθέσεις.

          Εντούτοις, πρόβλημα θα δημιουργείται με την ανεύρεση εισαγγελέων, γραμματέων και αιθουσών για τα Μονομελή Εφετεία.

          Επίσης στο Μονομελές Εφετείο δεν μπορεί να συμβεί η συζήτηση που προηγείται σε πολυμελή δικαστήρια που οδηγεί στην έκδοση ορθότερων αποφάσεων.

          Ακόμη ο Δικαστής του Μονομελούς Εφετείου που καλείται να δικάσει σοβαρές υποθέσεις μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκβιασμών.

          Τέλος, αντίφαση δημιουργείται ως προς το ότι κάποια πλημμελήματα θα δικάζονται από τρεις δικαστές, ενώ κάποια κακουργήματα από έναν δικαστή.

 

-          Επί του άρθρου 30 του Νομοσχεδίου:

    Στο άρθρο 30 που αφορά τις ρυθμίσεις για την προανάκριση και την ανάκριση και ειδικότερα στην παρ.4 που αντικαθιστά την παρ.3 του άρθρου 248 ΚΠΔ, προβλέπεται ότι αν προηγήθηκε προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, ο ανακριτής δεν επαναλαμβάνει τις ανακριτικές πράξεις που έχουν γίνει στο πλαίσιό της, ενώ μόνο αν κρίνει ότι οι πράξεις δεν έγιναν νομότυπα ή όταν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χρειάζονται ειδική συμπλήρωση, επαναλαμβάνει αυτές.

          Εντούτοις κρίνεται σημαντική η ποιότητα της διενέργειας των συγκεκριμένων πράξεων από τον ανακριτή και επομένως η παραπάνω πρόβλεψη παρουσιάζει προβλήματα.

 

-          Επί του άρθρου 31 του Νομοσχεδίου:

    Στο άρθρο 31 του αφορά την τροποποίηση των περί προσωρινής κράτησης διατάξεων και ειδικότερα στην παρ.1 που αντικαθιστά το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 του άρθρου 282 ΚΠΔ, η κατ’εξακολούθηση τέλεση εγκλήματος που γενικά οδηγεί σε επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη δίνοντας της δυνατότητα στο δικαστή να επιβάλει μία ποινή, στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτουργεί επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο επιτρέποντας την προσωρινή κράτηση υπό τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό.

          Επίσης στην παρ.2 του άρθρου 31 που αντικαθιστά την παρ.1 του άρθρου 283 ΚΠΔ προβληματική κρίνεται η πρόβλεψη, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση διαφωνίας ανακριτή και εισαγγελέα για την προσωρινή κράτηση ή για τους όρους που πρέπει να τεθούν, αποφαίνεται την ίδια ημέρα που απολογήθηκε ο κατηγορούμενος το τριμελές πλημμελειοδικείο που συνεδριάζει ως συμβούλιο. Ερωτήματα όμως δημιουργούνται σχετικά με το χρονικό περιθώριο που έχουν  οι δικαστές του συμβουλίου να ενημερωθούν και να διαβάσουν τη σχετική δικογραφία ούτως ώστε να αποφασίσουν.

 

-          Επί του άρθρου 32 του Νομοσχεδίου:

    Με το άρθρο 32 παρ.1 του νομοσχεδίου περιορίζεται η δυνατότητα των διαδίκων να παραστούν στο συμβούλιο.

 

-          Επί του άρθρου 33 του Νομοσχεδίου:

    Στο άρθρο 33 παρ.5, που αντικαθιστά τις παρ.3 και 4 του άρθρου 349 ΚΠΔ, αρνητικά κρίνεται η δέσμεσυη συγκεκριμένου δικαστή με συγκεκριμένο κατηγορούμενο μέσω της πρόβλεψης για αναβολή σε δικάσιμο που προεδρεύει ο ίδιος δικαστής που προήδρευε στο δικαστήριο που χορήγησε την αναβολή, καθώς και η απαγόρευση να δοθεί άλλη αναβολή πέραν της δεύτερης.

          Τέλος, με το άρθρο 33 παρ.7 του νομοσχεδίου στο άρθρο 408 ΚΠΔ προστίθεται παρ.2, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που το μικτό ορκωτό δικαστήριο καταδικάσει τον κατηγορούμενο για πλημμέλημα, η έφεση του κατηγορουμένου κατά της απόφασης αυτής δικάζεται από το εκ τακτικών δικαστών δικαστήριο του μικτού ορκωτού εφετείου πριν τη συγκρότηση του τελευταίου.

          Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση πρόβλημα τίθεται καθώς στον πρώτο βαθμό ο κατηγορούμενος δικάσθηκε από 7 δικαστές (3 τακτικούς και 4 ενόρκους) και σε δεύτερο βαθμό από 3.

 

Θεσσαλονίκη, 09-01-2012

 

Ο Πρόεδρος                                  Ο Γ.Γραμματέας

 

Στυλιανός Δ. Μαυρίδης                          Αλέξανδρος Χατζής

  

 

Παρακαλούμε να διανεμηθεί η παρούσα στα μέλη του ΔΣ του ΔΣΘ.

 

 

Με τιμή,

Οι εισηγητές

 

 Στυλιανός Δ. Μαυρίδης                                        Γιώργος Δανιήλ